Saying goodbye or saying hello? Σκέψεις για το πένθος

Κάθε πορεία ζωής περιλαμβάνει στάσεις όπου ερχόμαστε αντιμέτωπες με την ιδέα ή την εμπειρία του θανάτου, και κατ’ επέκταση με τη δική μας θνητότητα. Η συνειδητοποίηση ότι η ζωή – τόσο η δική μας όσο και των γύρω μας – είναι πεπερασμένη, συνήθως ξεκινά από την πρώιμη παιδική μας ηλικία.

Συχνά, αυτή η βαθιά γνώση εμφυτεύεται τόσο νωρίς που αργότερα δεν θυμόμαστε πότε ακριβώς την αποκτήσαμε. Ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές μας πεποιθήσεις για το τι συμβαίνει μετά τον θάνατο, η βεβαιότητα του τέλους της ζωής όπως τη γνωρίζουμε — η παύση της λειτουργίας του σώματος και της φυσικής παρουσίας — είναι κοινή για όλους και όλες μας. Σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία, αναπτύχθηκαν τελετουργίες που αποσκοπούν στο να ενσωματώσουν την εμπειρία του θανάτου μέσα στην συνέχεια της ζωής: να φροντίσουν για το σώμα του νεκρού, αλλά και να στηρίξουν εκείνους και εκείνες που πενθούν. Παραδοσιακά, τα παιδιά συμμετείχαν ή παρατηρούσαν αυτές τις διαδικασίες, αποκτώντας έτσι μια στοιχειώδη εξοικείωση με τον κύκλο ζωής και θανάτου.

Η καθιερωμένη θεώρηση του πένθους, όπως αυτή διαμορφώθηκε από το μοντέλο των πέντε σταδίων της Elisabeth Kübler-Ross – άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη, αποδοχή – (2005) παρουσιάζει την απώλεια ως μια γραμμική και εσωτερική διαδικασία, που καταλήγει στην «αποδοχή» και στο «κλείσιμο». Αν και αυτό το μοντέλο έχει βοηθήσει πολλούς να κατανοήσουν την ψυχοσυναισθηματική δυναμική του πένθους, περιορίζεται σε μια ομοιόμορφη ερμηνεία που συχνά δεν αντικατοπτρίζει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης σχέσης με τον θάνατο. Σύμφωνα με αυτήν τη θεώρηση, η διαδικασία ολοκληρώνεται όταν το άτομο είναι σε θέση να “πει αντίο” στο αγαπημένο πρόσωπο.

Ο Michael White (1988), θεμελιωτής της Αφηγηματικής Θεραπείας, προσφέρει μια εναλλακτική προσέγγιση, βλέποντας το πένθος όχι ως μια πορεία αποχωρισμού αλλά ως μια διαδικασία συνέχισης του δεσμού. Μέσα από την έννοια της εξωτερικευσης, δηλαδή του διαχωρισμού του προβλήματος από το άτομο, ο White βοηθά το άτομο να δει το πένθος όχι ως παθολογία, αλλά ως χώρο δημιουργικής αναδιαμόρφωσης της σχέσης με τον απολεσθέντα. Στο άρθρο «Saying Hullo Again», προτείνει ότι μπορούμε να συνεχίσουμε τον διάλογο με τους αγαπημένους μας, όχι μέσα από την απώλεια, αλλά μέσα από τη μνήμη, τη φαντασία και τον συμβολισμό.

Όπως επισημαίνουν οι Zimmerman & Dickerson (1995), μέσα από την αφήγηση το άτομο μπορεί να επαναδομήσει τη σχέση του με τον θάνατο και να ενσωματώσει την απώλεια στην προσωπική του ταυτότητα, διατηρώντας «δεσμούς αγάπης» που συνεχίζουν να δίνουν νόημα στη ζωή. Αυτή η θεώρηση, πιο πολυφωνική και ανθρωποκεντρική, αναγνωρίζει τη μοναδικότητα κάθε εμπειρίας πένθους και την αξία της κάθε προσωπικής ιστορίας.

Όσοι και όσες σχετιζόμαστε με μικρά παιδιά είναι καλό να θυμόμαστε ότι κάθε εμπειρία απώλειας – είτε πρόκειται για τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, ενός κατοικιδίου ή ακόμα και την επαφή με ένα νεκρό ζωάκι στη φύση – αποτελεί μια πρώτη συνάντηση με τον θάνατο και παίζει σημαντικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο αυτή η έννοια θα ενσωματωθεί στον ψυχισμό του παιδιού. Αυτές οι στιγμές μπορούν να γίνουν ευκαιρίες ουσιαστικής σύνδεσης, ειλικρινούς διαλόγου και αποδοχής των συναισθημάτων, δίνοντας στα παιδιά χώρο να εκφράσουν λύπη, απορία ή ακόμα και φόβο, μέσα σε ένα περιβάλλον ασφάλειας και φροντίδας.

Πηγές

Kübler-Ross, E., & Kessler, D. (2005). On grief and grieving: Finding the meaning of grief through the five stages of loss. Scribner.

White, M. (1988). Saying hullo again: The incorporation of the lost relationship in the lesolution of grief. Dulwich Centre Newsletter

Zimmerman, J. L., & Dickerson, V. C. (1995). Narrative therapy and the work of Michael White. Panorama des therapiesfamiliales, 533-554.


Σχόλια

Σχολιάστε