Πολύ συχνά ακούμε δασκάλες και δασκάλους να παραπονιούνται ότι τα παιδιά σήμερα στερούνται κοινωνικών δεξιοτήτων, δεν ακούν τους μεγαλύτερους, και ότι, σε μεγαλύτερες ηλικίες, παρουσιάζουν απόσυρση ή ακόμα και παραβατική συμπεριφορά. Πρόκειται ασφαλώς για ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, αλλά θα ήθελα να σταθώ σε ένα συγκεκριμένο στοιχείο που συναντώ συχνά στην εκπαιδευτική καθημερινότητα.
Σε πολλά δημοτικά σχολεία, οι δάσκαλοι παροτρύνουν τα παιδιά να λύνουν μόνα τους τις διαφορές τους, να μην απευθύνονται αμέσως σε κάποιον ενήλικα και να λειτουργούν με μεγαλύτερη αυτονομία. Αυτή η πρόθεση είναι, φυσικά, θετική. Όμως γεννά ένα εύλογο ερώτημα: πώς περιμένουμε από τα παιδιά να κάνουν αυτό το «άλμα» προς την ανεξαρτησία, όταν μέχρι εκείνη τη στιγμή, από τον παιδικό σταθμό μέχρι και τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, τα έχουμε μεγαλώσει με την οδηγία: «αν κάποιος σε πειράξει, να το πεις στη δασκάλα»;
Όταν όλες οι ευθύνες, οι αποφάσεις και οι επιλογές ανήκουν στους ενήλικες, όταν κάθε ευκαιρία κοινωνικοποίησης είναι πλήρως οργανωμένη και ελεγχόμενη, πώς περιμένουμε το παιδί να κατακτήσει δεξιότητες όπως η διαχείριση συγκρούσεων, η επίλυση προβλημάτων και η συναισθηματική αυτορρύθμιση;
Η κοινωνικοποίηση είναι μια διαδικασία που δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι μια πορεία με πολλά στάδια και αναπόφευκτες συγκρούσεις, απογοητεύσεις, θυμό και λύπη. Γι’ αυτό είναι κρίσιμο να δίνουμε χώρο στα παιδιά να βιώσουν και να εκφράσουν αυτά τα συναισθήματα — όχι να τα ακυρώνουμε με φράσεις όπως «δεν είναι τίποτα», «μη μαλώνετε» ή «πρέπει να είστε αγαπημένοι». Για το παιδί, τα μικρά δράματα της παιδικής παρέας είναι μεγάλα και σημαντικά. Είναι κομμάτι της μάθησης τού πώς να είμαι μέλος μιας κοινότητας.
Όταν ένα παιδί έρχεται σε εμάς για να παραπονεθεί για μια σύγκρουση, είναι σημαντικό να μην σπεύσουμε να τη «λύσουμε» για λογαριασμό του. Έτσι περνάμε το μήνυμα ότι δεν είναι ικανό να τα καταφέρει μόνο του. Αντί γι’ αυτό, μπορούμε να σταθούμε δίπλα του, να το ακούσουμε με ενσυναίσθηση και να το βοηθήσουμε να σκεφτεί εναλλακτικές. Ερωτήσεις όπως «Πώς αισθάνεσαι;», «Τι σκέφτεσαι να κάνεις;», «Τι θα ήθελες να του πεις;», «Τι θα ήθελες να ακούσεις αν ήσουν στη θέση του;», το ενθαρρύνουν να αναλάβει πρωτοβουλία και να χτίσει κοινωνική νοημοσύνη.
Σε μικρότερες ηλικίες, όπου ο λόγος δεν είναι ακόμα ανεπτυγμένος, μπορούμε να λειτουργήσουμε ως «διερμηνείς» των συναισθημάτων και των αναγκών του παιδιού. Όταν, για παράδειγμα, ένα δίχρονο αρπάζει ένα παιχνίδι, αντί να το μαλώσουμε λέγοντας «δεν αρπάζουμε, πρέπει να μοιραζόμαστε», μπορούμε να δώσουμε φωνή στην επιθυμία του και να διερμηνεύσουμε την συμπεριφορά του σε λόγο: «Θέλεις να παίξουμε;» ή «Μου το δίνεις σε παρακαλώ;». Έτσι, μαθαίνει σταδιακά πώς να εκφράζει τις ανάγκες του με κοινωνικά αποδεκτό τρόπο.
Τέλος, είναι απαραίτητο να αφήνουμε στα παιδιά χρόνο για ελεύθερο παιχνίδι. Όχι μόνο γιατί το έχουν ανάγκη, αλλά γιατί είναι μέσα από αυτό που αναπτύσσουν δεξιότητες όπως η διαπραγμάτευση, η επίλυση προβλημάτων, η ανάληψη ρόλων και η συναισθηματική ρύθμιση. Το ελεύθερο, μη δομημένο παιχνίδι είναι βασική προϋπόθεση για την κοινωνική και συναισθηματική ωρίμανση των παιδιών.
Αν πραγματικά θέλουμε να δούμε παιδιά που μπορούν να λύνουν διαφορές, να συνυπάρχουν και να επικοινωνούν, τότε πρέπει να τους δώσουμε το πλαίσιο, τον χρόνο και την εμπιστοσύνη να το μάθουν — όχι να το απαιτήσουμε όταν πια είναι «αργά».


Σχολιάστε